• Μαργαρίτα Οκτωράτου | Κωσταντίνα Λέτσου

Μήπως ήρθε η στιγμή αντί να κάνουμε "δίαιτα" να ερευνήσουμε τη σχέση μας με το φαγητό;



Σε πολλούς από εμάς μπορεί να έχει περάσει από το μυαλό η ιδέα να ζητήσουμε τη βοήθεια ενός επαγγελματία – ή και να το έχουμε ήδη κάνει - προκειμένου να «χάσουμε» τα περιττά μας κιλά. Συχνά, θεωρούμε ότι με τη βοήθεια ενός διαιτολόγου θα καταφέρουμε να μπούμε σε «πρόγραμμα» και ενδεχομένως να μάθουμε και μερικούς «χρυσούς κανόνες», όπως το ποια τρόφιμα να προτιμούμε και ποια να αποφεύγουμε, πώς να τα συνδυάζουμε μεταξύ τους, πόσα γεύματα να τρώμε και πότε, τί να κάνουμε όταν ξεφεύγουμε, κ.λπ. Και ακόμα συχνότερα έχουμε και κάποια «αίσθηση» π.χ. κάποιες γνώσεις και πεποιθήσεις για το τί μας παχαίνει και τί μας αδυνατίζει, τί πρέπει και τί δεν πρέπει να τρώμε, τί κάνουμε ήδη καλά και τί λάθος. Μάλιστα, ειδικά στην αρχή, ή όταν βλέπουμε τα πρώτα αποτελέσματα, τείνουμε να γινόμαστε οι «καλοί μαθητές» πάντα έτοιμοι να αποστηθίσουμε και να ακολουθήσουμε το απαραίτητο σύνολο κανόνων κάθε φορά. Τότε γιατί αργά ή γρήγορα ξαναγυρνάμε στις παλιές μας συνήθειες και…ξαναβρίσκουμε τα κιλά που με τόσο κόπο χάσαμε;


Μία περίπλοκη σχέση


Η αλήθεια είναι ότι δεν καταναλώνουμε τρόφιμα μόνο για να παρέχουμε τα απαραίτητα εφόδια στον οργανισμό μας ώστε να επιβιώσουμε και να ανταπεξέλθουμε στις ανάγκες της καθημερινότητάς μας. Πόσες φορές σκέφτεται κανείς «ήρθε η ώρα να φάω γιατί πρέπει να εξασφαλίσω την απαραίτητη ενέργεια και τα μακροθρεπτικά και μικροθρεπτικά συστατικά για το σώμα και το μυαλό μου»; Μάλλον, όχι και πολλές. Συνήθως καταναλώνουμε φαγητό για να φύγει το αίσθημα της πείνας, ή επειδή "είναι ώρα", ή επειδή είμαστε στεναχωρημένοι, κουρασμένοι, αγχωμένοι, χαρούμενοι, με παρέα ή μοναχικοί, με ταινία ή απλά "δεν μπορούμε να αντισταθούμε". Και κάπως έτσι αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα από όσο ίσως νομίζουμε.


Η κεντρική ρύθμιση


Το σώμα μας έχει «κεντρική ρύθμιση» - για την ακρίβεια έναν μάλλον σύνθετο συνδυασμό ομοιοστατικών, μη ομοιοστατικών και γνωστικών μηχανισμών με...γενετική καταβολή και έντονες περιβαλλοντικές επιδράσεις και που μας κατευθύνει στο τί, πόσο και πότε θα φάμε. Όταν για παράδειγμα τα «ενεργειακά μας αποθέματα» αρχίζουν να αδειάζουν τότε αρχίζουμε με τη σειρά μας να πεινάμε ώστε να φάμε, μέχρι τη στιγμή που θα αρχίσουμε να νιώθουμε κορεσμό ώστε να τερματίσουμε το γεύμα μας κ.ο.κ. Βέβαια, συχνά, αγνοούμε το αίσθημα κορεσμού και συνεχίζουμε να τρώμε. Ή συνηθίζουμε να τρώμε επειδή απλά κάτι μας μύρισε ή μας προσέφεραν ή ήταν διαθέσιμο ή το έτρωγαν όλοι οι άλλοι και χωρίς να πεινάμε ή να είναι η ώρα μας να φάμε - εξάλλου έτσι έχουμε εκπαιδευτεί ή συνηθίσει στην πορεία της ζωής μας. Και με δεδομένο ότι, ούτως ή άλλως το φαγητό ενεργοποιεί σε κάποιο βαθμό το «κέντρο ικανοποίησης» στον εγκέφαλό μας, όπως κάθε άλλη δραστηριότητα που διασφαλίζει την επιβίωση ή διαιώνιση του είδους μας, τείνουμε να τρώμε χωρίς πραγματικά να το χρειαζόμαστε προκειμένου να νιώσουμε την ικανοποίηση που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα αντλούσαμε από άλλες επιλογές μας. Τέλος, αναπτύσσουμε συγκεκριμένους τρόπους σκέψης που είτε μας κρατούν καθηλωμένους σε παλιές συνήθειες (π.χ. η σύγκρισή μας με άλλους, η προσέγγιση «καλό» και «κακό», ο φόβος ότι έχουμε γεννηθεί με κάποια χαρακτηριστικά που δεν αλλάζουν άρα γιατί να προσπαθούμε κ.λπ.) ή που μας κρατούν διαρκώς σε κίνηση και αλλαγή προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε (π.χ. η αντίληψη των πραγματικών αναγκών του σώματός μας και του πώς ανταποκρίνεται σε κάθε επιλογή, το να μαθαίνουμε από τα λάθη και να προσαρμόζουμε τις επιλογές μας με κριτήριο το τί είναι καλό για εμάς σε κάθε περίπτωση κ.λπ.).


Διερευνώντας τη σχέση μας με το φαγητό


Όπως έχουμε πει σε προηγούμενα άρθρα, και θα διερευνήσουμε και σε επόμενα, υπάρχουν αρκετοί τρόποι ώστε να κρατήσουμε το βάρος στο επιθυμητό επίπεδο και να αποκτήσουμε πραγματικά υγιεινές διατροφικές συνήθειες. Ο πιο απλός τρόπος που μπορεί να εφαρμόσει καθένας από εμάς – από αυτή τη στιγμή που μιλάμε – και χωρίς καμία πρόσθετη γνώση ή εμπειρία είναι το να μάθουμε να τρώμε ενσυνείδητα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μαθαίνουμε και τη σχέση μας με το φαγητό, αρχίζουμε δηλαδή να παρατηρούμε πως νιώθουμε σωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά, μετά από κάθε διατροφική μας επιλογή. Έτσι, μας είναι πιο εύκολο να κάνουμε αυτή την πολυπόθητη μετάβαση σε πιο υγιεινές τροφικές επιλογές και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο ή σκέψη. Για παράδειγμα, μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι ένα σνακ με πολλή ζάχαρη το οποίο λαχταρούμε όταν είμαστε κουρασμένοι τελικά δεν μας προσφέρει την «ενέργεια» που περιμέναμε, ενώ ένα πιο υγιεινό σνακ π.χ. με περισσότερες φυτικές ίνες μας τονώνει καλύτερα και για περισσότερο (με τον ίδιο τρόπο που το αγαπημένο μας τραγούδι τελικά μας βοηθά να νιώσουμε καλύτερα σε σύγκριση με την προσωρινή «ανακούφιση» ενός σνακ), σταδιακά θα είναι πιο εύκολο να διαχειριστούμε τις όποιες λιγούρες και να οδηγηθούμε σε καλύτερες επιλογές.


Όταν αρχίσουμε να διερευνούμε την σχέση μας με το φαγητό, είναι σημαντικό να αποκτήσουμε επίγνωση σχετικά με το τί ακριβώς νιώθουμε μετά την κατανάλωση διαφόρων τροφίμων. Για παράδειγμα, τί ακριβώς νιώθουμε τη στιγμή που το καταναλώνουμε; Τί ακριβώς νιώθουμε 5 λεπτά, 1 ώρα, πολλές ώρες αφού φάγαμε; Μήπως αποδίδουμε διαφορετικά στην εργασία μας, το διάβασμα ή την άθληση; Μήπως επηρεάζεται το αίσθημα της πείνας μας στη διάρκεια της μέρας; Έχουμε λιγότερες ή περισσότερες «λιγούρες» μέσα στη μέρα;

Μπορείτε από τώρα να δοκιμάσετε την επίδραση αυτής της τακτικής με την απλή άσκηση που ακολουθεί:


1. Επιλέξτε έγκαιρα κάποια τρόφιμα που θα καταναλώσετε μέσα στη μέρα, πότε θα τα φάτε και σε τί ποσότητα, όπως το συνηθίζετε καθημερινά, αλλά ενσυνείδητα.

2. Καταγράψτε ό,τι φάγατε μέσα στην ημέρα.

3. Παρατηρείστε τί ακριβώς νιώθετε –σωματικά και συναισθηματικά- 5 λεπτά, 1 ώρα και 2 ώρες αφού έχετε φάει και καταγράψτε το.

4. Εντοπίστε τις αλλαγές: νιώθετε ότι έχετε ενέργεια ή είστε κουρασμένοι; Νιώθετε ανάλαφροι ή «βάρος»; Έχετε μεγαλύτερη αντοχή κατά την άσκηση ή όχι; Πεινάτε λιγότερο ή περισσότερο μέχρι το επόμενο γεύμα;


Η άσκηση αυτή είναι μόνο μία απλή εκδοχή των ασκήσεων με τις οποίες μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τη σχέση μας με το φαγητό και να θέσουμε τις βάσεις για περεταίρω χαρτογράφηση και αλλαγή των σημείων που επιθυμούμε. Το κυριότερο, καθένας από εμάς μπορεί να την εκτελέσει από μόνος του, όσο συχνά θέλει, με μεμονωμένα τρόφιμα και με συνδυασμούς τροφίμων, για ένα χρονικό διάστημα μερικών ημερών ή και εβδομάδων, ώστε σταδιακά να αρχίσει να επιλέγει (και χωρίς να το κάνει απαραίτητα συνειδητά) όσα λειτουργούν για τον ίδιο.


Ενδεικτικά, με το να καταγράφουμε τα τρόφιμα που καταναλώνουμε (ώστε να το θυμόμαστε μετά από καιρό και να μπορούμε να κάνουμε και τις σχετικές συγκρίσεις) και το τι νιώθουμε πριν και μετά από την κατανάλωσή τους, καταλαβαίνουμε καλύτερα το πως τα τρόφιμα επηρεάζουν την διάθεση και την ευεξία μας. Μόλις κάνουμε αυτή την σύνδεση μπορούμε να ακούσουμε και το σώμα μας και να κάνουμε τις αντίστοιχες τροφικές επιλογές. Για παράδειγμα, μπορεί να παρατηρήσουμε ότι ένα γεύμα με πολλούς υδατάνθρακες μας κάνει να νιώθουμε «ληθαργικά» για κάποιες ώρες και έτσι να το αποφύγουμε όταν είμαστε στη δουλειά. Ή μπορεί να παρατηρήσουμε ότι όταν φάμε ένα υγιεινό πρωινό έχουμε αρκετή ενέργεια και διαύγεια για κάποιες ώρες, ενώ πριν μπορεί να το παραλείπαμε και να νιώθαμε ότι δεν μπορούμε να «ξυπνήσουμε»! Μπορεί επίσης να παρατηρήσουμε ότι όταν είμαστε στεναχωρημένοι και τρώμε σοκολάτα νιώθουμε τέλεια για λίγα λεπτά και τα δυσάρεστα συναισθήματα επανέρχονται λίγη ώρα μετά, εμπλουτισμένα και με τύψεις!


Τελικά, ο δρόμος για την απόκτηση περισσότερο υγιεινών συνηθειών φαίνεται ότι έχει πολλές στάσεις. Θα απευθυνθούμε στους κατάλληλους «συνοδοιπόρους», θα διερευνήσουμε τους «χρυσούς κανόνες» της δια